26 Σεπ 2026

Η Φωνή του Βενζινάδικου, της Αγγελικής Παναγιωτίδου

 Η Φωνή του Βενζινάδικου

Στο Οροπέδιο Λασιθίου, ανάμεσα στο Τζερμιάδο και τον Άγιο Κωνσταντίνο, υπάρχει ένα σημείο που δεν είναι ούτε βενζινάδικο, ούτε ψιλικατζίδικο, ούτε συνεργείο.

Είναι όλα μαζί.

Είναι το βενζινάδικο του Μπαλάσκα.

Αν μείνεις από βενζίνη, θα σε σώσει ο Γιώργος.

Αν σκάσει το λάστιχο, πάλι ο Γιώργος.

Αν χαλάσει το ποδήλατο, ο Γιώργος.

Αν το τρακτέρ αποφασίσει να πεθάνει μέσα στο χωράφι, ο Γιώργος θα το εξετάσει με εκείνο το ύφος του ανθρώπου που δεν υπόσχεται θαύματα, αλλά συνήθως τα καταφέρνει.

Και αν μπεις μέσα στο μαγαζί ζητώντας κάτι συγκεκριμένο, καλό είναι να μη βιαστείς να πεις «αποκλείεται να το έχει».

Γιατί ο Μπαλάσκας λειτουργεί με μια δική του θεωρία αποθήκης.

Έχει πατατάκια.

Έχει παγωτά.

Έχει αναψυκτικά.

Έχει λάδια μηχανής.

Έχει φορτιστές κινητών.

Έχει φακούς.

Έχει βίδες.

Έχει μπότες εργασίας.

Έχει κόλλα στιγμής.

Έχει λουρί για σκύλο.

Κάπου εκεί αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν, άμα ζητήσεις ανταλλακτικό για διαστημόπλοιο, θα σου πει:

«Περίμενε να δω πίσω.»

Ο Γιώργος τρέχει όλη μέρα.

Δεν περπατάει ποτέ.

Τρέχει.

Βάζει βενζίνη.

Φουσκώνει λάστιχα.

Ανοίγει καπό.

Κλείνει καπό.

Σηκώνει μηχανές.

Ξαναμπαίνει στο μαγαζί.

Ξαναβγαίνει.

Μερικές φορές τον βλέπεις να κρατάει ένα μπουζί στο ένα χέρι και ένα παγωτό στο άλλο.

Και δεν σου φαίνεται καθόλου παράξενο.

Παράξενο θα ήταν να κάθεται.

Αυτή που κάθεται είναι η Λίτσα.

Ή, μάλλον, δεν κάθεται.

Διοικεί.

Το γραφείο της βρίσκεται δίπλα στην είσοδο, σχεδόν θαμμένο πίσω από στοίβες εμπορευμάτων.

Ένα κουτί με φίλτρα.

Δύο σακούλες με ζωοτροφές.

Τρεις φορτιστές.

Μια κούτα αναψυκτικά.

Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά διακρίνεται η Λίτσα.

Πενήντα χρονών.

Σκυμμένη πάνω από τον υπολογιστή.

Από εκεί περνούν όλα.

Τα τιμολόγια.

Οι παραγγελίες.

Οι εισπράξεις.

Οι λογαριασμοί.

Και, φυσικά,

ο Γιώργος.

Η Λίτσα δεν χρειάζεται να τον βλέπει.

Αρκεί να τον φωνάξει.

Και η φωνή της έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερη γεωγραφική σημασία.

Δεν λένε «φυσάει βοριάς».

Λένε:

«Η Λίτσα φώναξε.»

Η πρώτη φορά που το άκουσα νόμιζα πως έγινε ατύχημα.

«ΓΙΩΡΓΟ!»

Σταμάτησα.

Ο Πακιστανός που περίμενε στη σειρά δεν γύρισε καν το κεφάλι.

Ένας ηλικιωμένος συνέχισε να πληρώνει.

Ένα παιδί διάλεγε παγωτό.

Όλοι είχαν συνηθίσει.

Μόνο εγώ τρόμαξα.

Ο Γιώργος εμφανίστηκε από την άλλη άκρη του βενζινάδικου.

«Έλα.»

«Αυτό το έβαλες εδώ;»

«Ναι.»

«Γιατί;»

«Για να το βρω.»

«Τώρα δεν το βρίσκω εγώ.»

Ο Γιώργος το πήρε.

Το πήγε δύο μέτρα πιο πέρα.

Η τάξη είχε αποκατασταθεί.

Το εντυπωσιακό είναι πως ο Γιώργος δεν παρεξηγείται ποτέ.

Την κοιτάζει.

Χαμογελάει.

Ξανατρέχει.

Γιατί ο Γιώργος αγαπάει πολύ τη Λίτσα.

Και η Λίτσα, όσο κι αν τον φωνάζει, έχει εκείνον τον τρόπο των ανθρώπων που έχουν περάσει μια ζωή δουλεύοντας μαζί.

Η φωνή είναι δυνατή.

Η συνεννόηση είναι αθόρυβη.

Το βενζινάδικο αλλάζει πρόσωπο μόλις πέσει ο ήλιος.

Τότε συμβαίνει κάτι σχεδόν τελετουργικό.

Ο Γιώργος εξαφανίζεται.

Όχι γιατί σχολάει.

Ο Γιώργος δεν σχολάει ποτέ.

Απλώς πηγαίνει στους πραγματικούς του προϊσταμένους.

Τα ζωντανά του.

Τα σκυλιά τον περιμένουν πρώτα.

Μετά τα πουλιά.

Μετά οι κατσικούλες.

Τον βλέπεις να τους μιλάει με μια τρυφερότητα που όλη μέρα δεν πρόλαβε να χαρίσει ούτε στον εαυτό του.

Σαν να κατεβάζει επιτέλους ταχύτητα.

Στο μεταξύ η Λίτσα μένει μόνη στο μαγαζί.

Και αρχίζει η δεύτερη βάρδια.

Οι αλλοδαποί εργάτες καταφτάνουν ένας-ένας.

Πακιστανοί.

Κενυάτες.

Αιγύπτιοι.

Άνθρωποι που έχουν περάσει όλη μέρα στα χωράφια και τώρα στέκονται υπομονετικά μπροστά στον πάγκο για να στείλουν χρήματα στις οικογένειές τους.

Η Λίτσα αλλάζει πάλι ρόλο.

Από διευθύντρια γίνεται τραπεζική υπάλληλος.

Μετράει.

Ρωτάει.

Ξαναμετράει.

Δίνει αποδείξεις.

Δεν μπερδεύεται ποτέ.

Το μόνο που μπορεί να διακόψει τη διαδικασία είναι—

«ΓΙΩΩΩΡΓΟ!»

Σιωπή.

Ο Γιώργος βρίσκεται ήδη με τις κατσικούλες.

Δεν ακούει.

Γιατί έχει βρει το μοναδικό μέρος όπου η φωνή της Λίτσας φτάνει λίγο πιο σιγανά.

Εκείνη χαμογελάει μόνη της.

«Άστον.»

Ξέρει πού είναι.

Ξέρει ότι σε λίγο θα γυρίσει.

Κι εγώ κάθε φορά που φεύγω από το βενζινάδικο σκέφτομαι ότι αυτό το μέρος δεν πουλάει μόνο βενζίνη.

Πουλάει μια περίεργη βεβαιότητα.

Ότι, ό,τι κι αν σου χαλάσει, κάποιος θα βρεθεί να το φτιάξει.

Κι αν δεν μπορεί να το φτιάξει ο Γιώργος,

θα βρεθεί η Λίτσα να του φωνάξει πώς γίνεται.

Και, αν δεν ακούσει εκείνος,

θα ακούσει σίγουρα όλο το Οροπέδιο.

 

25 Σεπ 2026

Ο Τράγος, της Αγγελικής Παναγιωτίδου

 

Ο Τράγος

 

 Η κυρία Κατίνα, εκτός από διευθύντρια του αγροκτήματος, έχει και τα δικά της προσωπικά ενδιαφέροντα.

Τις δύο κατσικούλες της.

Δεν ανήκουν στο αγρόκτημα.

Δεν είναι μέρος της παραγωγής.

Δεν έχουν καμία σχέση με τα ματσικά, τα καρότα, τα παντζάρια και τα πράσα.

Είναι δική της υπόθεση.

Ένα μικρό, προσωπικό εγχείρημα της κυρίας Κατίνας.                                              Και κάποια στιγμή αποφασίζει οτι ήρθε η ώρα να κάνει κατσικάκια.

Οι κατσικούλες είναι δύο, καλοταϊσμένες, περιποιημένες και εντελώς αδιάφορες για τα σχέδια της ιδιοκτήτριάς τους.

Η κυρία Κατίνα, όμως, δεν πιστεύει στην αναβλητικότητα.

Και βρίσκεται τράγος.

Καταφθάνει με όλο το απαραίτητο κύρος του επαγγέλματος. Κέρατα, γένια και εκείνο το ύφος του αρσενικού που μοιάζει να πιστεύει ότι η υπόθεση θα λυθεί μέσα σε πέντε λεπτά.

Δεν λύνεται.

Ο τράγος πλησιάζει.

Οι κατσικούλες απομακρύνονται.

Ξαναπλησιάζει.

Εκείνες βρίσκουν ξαφνικά ενδιαφέρον στο νερό, στις πέτρες, στον αέρα, οπουδήποτε εκτός από τον ίδιο.                                                                                                  

Κανείς δεν ξέρει αν το πρόβλημα είναι στον τράγο ή στις κυρίες.

Οι μέρες περνούν.

Η δουλειά δεν γίνεται.

Εγώ παρακολουθώ το δράμα σαν να εξελίσσεται μπροστά μου αρχαία τραγωδία με πρωταγωνιστές κατσίκες.

Μόνο που εδώ ο χορός βελάζει.

Η κυρία Κατίνα δεν σχολιάζει πολύ.

Παρατηρεί.

Ζυγίζει την κατάσταση.

Και κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι ο τράγος δεν έχει πλέον ιδιαίτερα καλές προοπτικές καριέρας.

Το επόμενο πρωί τον βλέπω κρεμασμένο στο δέντρο, στην είσοδο του αγροκτήματος.

Σφαγμένο.

Έτοιμο για το τσουκάλι.

Στέκομαι για λίγο και τον κοιτάζω.

Δεν μπορώ να αποφασίσω αν πρόκειται απλώς για αξιοποίηση του κρέατος ή για την πιο αυστηρή αξιολόγηση προσωπικού που έχω συναντήσει ποτέ.

Η εικόνα έχει κάτι το εμβληματικό.

Η κυρία Κατίνα, πάντως, δεν εγκαταλείπει τον στόχο.

Οι κατσικούλες πρέπει να κάνουν κατσικάκια.

Τελεία.

Βρίσκεται δεύτερος τράγος.

Αυτή τη φορά όμως η κυρία Κατίνα δεν αφήνει τίποτα στην τύχη.

Έχοντας μάθει από το πρώτο... εργασιακό ατύχημα, αποφασίζει να φερθεί σαν υποδειγματική εργοδότρια.

Κάθε μέρα του κουβαλάει ταγή.

«Να δυναμώσει», λέει.

Ο τράγος τρώει σαν να έχει προσληφθεί με πλήρη ασφάλιση, επιδόματα και εταιρική σίτιση.

Εκείνη τον κοιτάζει με ικανοποίηση.

«Φάε. Έχεις δουλειά.»

Κι εγώ δεν μπορώ να αποφασίσω τι είναι πιο αστείο.

Το ότι ο τράγος απολαμβάνει ειδική διατροφή υψηλής απόδοσης ή το ότι η κυρία Κατίνα τον αντιμετωπίζει σαν υπάλληλο που περνάει περίοδο εκπαίδευσης πριν αναλάβει καθήκοντα.

Η επένδυση αποδίδει.

Αυτή τη φορά τα πράγματα εξελίσσονται πολύ πιο επαγγελματικά.

Δεν υπάρχουν καθυστερήσεις.

Δεν υπάρχουν διαπραγματεύσεις.

Δεν υπάρχει χρόνος για φιλοσοφικές αναζητήσεις.

Η δουλειά γίνεται.

Η μία κατσικούλα γκαστρώνεται.

Ανακούφιση! Για όλους.

Της κυρίας Κατίνας, που βλέπει το σχέδιό της να προχωρά.

Της κατσικούλας, που δεν μπορώ να ξέρω αν συμμερίζεται τον ενθουσιασμό.

Και κυρίως του δεύτερου τράγου.

Γιατί, μετά την τύχη του προκατόχου του, η επιτυχία του δεν είναι μόνο αναπαραγωγική.

Είναι ζήτημα επιβίωσης.

Η κυρία Κατίνα συνεχίζει να φροντίζει τις κατσικούλες της σαν να μη συνέβη τίποτα.

Σε λίγο θα έρθουν τα κατσικάκια.

Κι εγώ, κάθε φορά που περνώ από εκείνο το δέντρο, δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι η ζωή στην Κρήτη έχει έναν τρόπο να σου δίνει μαθήματα χωρίς πολλές εξηγήσεις.

Ιδίως αν είσαι τράγος.

Και, αν είσαι ο δεύτερος τράγος, καλό είναι να πιάνεις αμέσως δουλειά.

Γιατί η κυρία Κατίνα μπορεί να είναι άριστη εργοδότρια — αλλά δεν κρατάει ποτέ άχρηστο προσωπικό.

 

Ετικέτες