Ο διαλογισμός της φασουλιάς
Στο οροπέδιο του Λασιθίου, αν θέλεις να καταλάβεις τον άνθρωπο, δεν χρειάζεται να τον βάλεις σε ψυχαναλυτικό ντιβάνι.
Βάλ’ τον κάτω από μια καρυδιά, ανάμεσα σε έξι ανθρώπους, μια ντάνα ξεριζωμένες φασουλιές και ένα σωρό φασόλια.
Και περίμενε.
Εκεί, αργά ή γρήγορα, θα τα μάθεις όλα.
Ήταν πρωί, από εκείνα τα πρωινά του Λασιθίου που ο ήλιος δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν θέλει να σε ψήσει ή να σε χαϊδέψει. Η καρυδιά έκανε τη δουλειά της και μας κρατούσε όλους στη σκιά.
Έξι άνθρωποι καθισμένοι κυκλικά.
Μπροστά μας, οι φασολιές.
Στα χέρια μας, τα φασόλια.
Και στο κεφάλι του καθενός… ολόκληρη η ζωή του.
Ο κυρ Γιώργης καθόταν λίγο πιο πίσω απ’ όλους. Δεν μιλούσε. Δεν χρειαζόταν.
Ήταν ο αρχηγός.
Δεν ήταν αρχηγός επειδή το είχε αποφασίσει κάποια συνέλευση. Ήταν αρχηγός επειδή έτσι ήταν τα πράγματα.
Ο κυρ Γιώργης είχε εκείνο το βλέμμα του ανθρώπου που έχει δει πολλά και έχει καταλάβει πως δεν αξίζει να τα σχολιάζει όλα.
Έπιανε μια φασουλιά.
Την τίναζε.
Διάλεγε τα φασόλια.
Σιωπή.
Και ξανά.
Μέχρι που κάποια στιγμή, χωρίς καμία προειδοποίηση, σηκωνόταν.
«Πού πας;» ρωτούσε κάποιος.
«Να δω το νερό.»
Και έφευγε.
Γιατί ο κυρ Γιώργης, όταν βαριόταν τον διαλογισμό της φασολιάς, είχε βρει τη λύση:
άνοιγε ή έκλεινε το νερό.
Ήταν η δική του μορφή διασκέδασης.
Η Αριστέα, αντίθετα, δεν γνώριζε την έννοια της σιωπής.
Ήταν η «προφέσσορας».
Η Αριστέα, η «προφέσσορας», κάθεται απέναντί μου.
Η Αριστέα έχει άποψη για όλα.
Και όχι απλώς άποψη.
Γνώση.
Ειδικά όταν υπάρχει κάποιος άλλος που υποστηρίζει το αντίθετο.
Η Καλλιόπη, η Κατσούλαινα, είναι ακριβώς ο κατάλληλος άνθρωπος για να βρίσκεται απέναντί της.
Μιλά βαριά κρητικά και έχει μια ακλόνητη πίστη στην προσωπική της εμπειρία.
Κι έτσι, κάποια στιγμή, ενώ όλοι ξεδιαλέγουμε φασόλια, η Αριστέα λέει: «Εσείς τα βάζετε τα φασόλια στην κατάψυξη? »
Η Κατσούλαινα σηκώνει αργά το κεφάλι.
«Ποια;»
«Τα φασόλια. Εγώ τα βάζω και γίνονται νοστιμότατα. Αρκεί να ξέρεις πώς.»
«Νόστιμα;»
«Νόστιμα.»
Η Κατσούλαινα την κοιτάζει σαν να προσπαθεί να αποφασίσει αν αστειεύεται.
«Ε, όχι δα.»
Και ξανασκύβει στη δουλειά της.
Αυτό ήταν.
Η συζήτηση είχε τελειώσει.
Για την Κατσούλαινα.
Για την Αριστέα όμως, μόλις είχε αρχίσει.
«Μα είναι πολύ νόστιμα, σου λέω!»
«Ε, τότε φάε τα εσύ.»
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Τίποτα. Να τα τρως.»
«Μα τα δοκίμασες και λες ότι δεν είναι νόστιμα?»
Η Κατσούλαινα σηκώνει τα μάτια.
«Όπως και να τα ‘κανα, πράμα! Δεν μ’αρέσουν!»
Η Αγγελικούλα, η αδελφή της Αριστέας, σταματάει τα χέρια της.
«Κι εγώ τα μαγειρεύω από την κατάψυξη και νομίζω είναι νόστιμα»
Κανείς δεν της απαντά.
Η συζήτηση έχει περάσει πλέον σε επίπεδο που δεν επιτρέπει παρεμβολές.
Η Αριστέα πιάνει ένα φασόλι και το σηκώνει μπροστά της.
«Άμα τα βάλεις σωστά στην κατάψυξη, κρατάνε όλη τη γεύση τους.»
«Ποια γεύση;» λέει η Κατσούλαινα. «Τη γεύση του καταψύκτη;»
Ο Ηρακλής χαμογελάει.
Δεν μιλάει.
Έχει τον δικό του τρόπο να συμμετέχει στις κουβέντες: ακούει.
Από τότε που έχασε τη γυναίκα του, η δουλειά στο αγρόκτημα έχει γίνει η παρέα του. Τα χέρια του είναι συνέχεια απασχολημένα. Ίσως γιατί όταν δουλεύουν τα χέρια, η καρδιά βρίσκει λίγη ησυχία.
«Εγώ πάντως», λέει μετά από λίγο, «τα τρώω και από την κατάψυξη.»
Η Κατσούλαινα γυρίζει προς το μέρος του.
«Εσύ τρως τα πάντα.»
Ο Ηρακλής γελάει.
«Ε, πεινάω.»
«Να ’σαι καλά», του λέει η Κατσούλαινα.
Και η συζήτηση συνεχίζεται.
Εγώ κάθομαι ανάμεσά τους και σκέφτομαι πόσο παράξενα είναι τα πράγματα.
Έχω έρθει από τη Θεσσαλονίκη μαζί με τον άντρα μου για να ζήσουμε μόνιμα εδώ.
Δεν εργαζόμαστε.
Βοηθάμε την οικογένεια στο αγρόκτημα.
Κι εγώ, που μέχρι πριν λίγο καιρό δεν ήξερα καν πώς ξεχωρίζουν οι φασολιές, βρίσκομαι τώρα κάτω από μια καρυδιά να παρακολουθώ μια επιστημονική διαμάχη για τη γαστρονομική αξία των κατεψυγμένων φασολιών.
Και το πιο περίεργο;
Με ενδιαφέρει.
Γιατί σιγά-σιγά αρχίζω να καταλαβαίνω πως εδώ οι άνθρωποι δεν χρειάζονται ιδιαίτερες αφορμές για να μιλήσουν για τη ζωή.
Μπορούν να το κάνουν με αφορμή ένα φασόλι. Ο κυρ Γιώργης, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έχει βγάλει λέξη, σηκώνεται.
Όλοι τον κοιτάμε.
«Πού πας;»
«Να ανοίξω το νερό.»
Και φεύγει.
Ίσως ο κυρ Γιώργης να έχει καταλάβει κάτι που εμείς οι υπόλοιποι δεν έχουμε καταλάβει ακόμη:
Υπάρχουν συζητήσεις που δεν λύνονται.
Μόνο αφήνονται να συνεχίζονται.
Όπως η ζωή.
Όπως το νερό.
Όπως οι φασολιές.
Και ίσως αυτός να είναι ο πραγματικός διαλογισμός της φασολιάς.
Να κάθεσαι κάτω από μια καρυδιά με ανθρώπους που δεν διάλεξες εσύ, αλλά η ζωή.
Να ακούς τις ιστορίες τους.
Να γελάς.
Να θυμάσαι.
Να δουλεύεις.
Να μαθαίνεις.
Και, ανάμεσα σε όλα αυτά, να προσπαθείς να αποφασίσεις αν τα φασόλια από την κατάψυξη είναι νόστιμα.
Η Αριστέα λέει ναι.
Η Κατσούλαινα λέει όχι.
Ο Ηρακλής τα τρώει.
Η Αγγελικούλα ακόμη δεν έχει αποφασίσει.
Ο κυρ Γιώργης έχει πάει να ανοίξει το νερό.
Κι εγώ…
Εγώ μάλλον αρχίζω να γίνομαι Λασιθιώτισσα.
Γιατί πιάνω ένα φασόλι, το κοιτάζω προσεκτικά και σκέφτομαι:
«Αυτό, άμα το βάλεις στην κατάψυξη, άραγε θα είναι νόστιμο;»
Και τότε καταλαβαίνω πως έχω ήδη μπει κι εγώ στον διαλογισμό.
...Της φασουλιάς.
Το Γραφείο του Διευθυντή
Αν υπάρχει ένα κέντρο διοίκησης στο αγρόκτημα, αυτό βρίσκεται κάτω από μια μηλιά.
Εκεί, πάνω σε έναν μεγάλο ξύλινο πάγκο, κάθεται η κυρία Κατίνα, εβδομήντα ετών, και ετοιμάζει με περίσσεια σπουδή τα προϊόντα για τη λαϊκή.
Ματσικά με μαϊντανό, καρότα, παντζάρια, πράσα, κρεμμυδάκια. Τα πιάνει, τα ισιώνει, τα δένει, τα ξαναλύνει αν κάτι δεν της αρέσει. Τίποτα δεν περνάει χωρίς έλεγχο.
Ο πάγκος είναι το γραφείο της.
Το Γραφείο του Διευθυντή.
Και εμείς, οι υπόλοιποι, είμαστε το προσωπικό.
Η κυρία Κατίνα δίνει οδηγίες χωρίς να σηκώνει σχεδόν ποτέ το κεφάλι.
«Αυτά εκεί.»
«Εκείνα πιο πέρα.»
«Μην τα βάζεις έτσι.»
«Γιώργη!»
Ο κυρ Γιώργης, ο σύζυγός της και αρχηγός του αγροκτήματος, συνήθως δεν ακούει.
Ή κάνει πως δεν ακούει.
Έχει τελειοποιήσει αυτή την ικανότητα μέσα σε δεκαετίες γάμου.
«Γιώργη!»
Τίποτα.
«Γιώργη!»
Πάλι τίποτα.
Στο τρίτο «Γιώργη» συνήθως εμφανίζεται.
Δεν ξέρουμε αν ήρθε επειδή άκουσε ή επειδή κατάλαβε ότι, αργά ή γρήγορα, θα έπρεπε να έρθει.
Η κυρία Κατίνα δεν έχει χρόνο να ασχοληθεί περισσότερο. Η παραγωγή τρέχει.
Γύρω από τον πάγκο όμως δεν δουλεύουν μόνο τα χέρια.
Δουλεύει και η κοινωνία.
Οι κουβέντες πηγαινοέρχονται μαζί με τα λαχανικά. Ποιος παντρεύτηκε, ποιος γέννησε, ποιος έκανε μνημόσυνο, ποιος πήγε στον γιατρό, ποιος έκανε εγχείρηση, ποιος πήρε καινούργιο φάρμακο.
Στο αγρόκτημα, η είδηση δεν χρειάζεται εφημερίδα.
Έρχεται μόνη της και κάθεται στον πάγκο.
Η Αριστέα, η «προφέσσορας», έχει βέβαια ειδικότητα σε όλα αυτά. Δεν υπάρχει φάρμακο που να μην έχει ακούσει, γιατρός που να μην έχει γνωρίσει κάποιος δικός της, ούτε ασθένεια που να μην μπορεί να εξηγήσει.
Η Καλλιόπη ακούει, αμφισβητεί και συμπληρώνει με τη δική της εμπειρία.
Η Αγγελικούλα παρακολουθεί με την ήρεμη απορία της. Συχνά ζητάει μόνο μια διευκρίνιση:
«Αυτός ζει;»
Και κάποιος της εξηγεί ποιος είναι ο άνθρωπος, ποιανού αδελφός, ποιανού άντρας, πότε πέθανε ή αν τελικά ζει και απλώς είχε μπερδέψει τα ονόματα.
Ο Ηρακλής δουλεύει περισσότερο και μιλάει λιγότερο.
Από τότε που έχασε τη γυναίκα του, έχει βρει στο αγρόκτημα έναν τρόπο να περνούν οι ώρες. Τα χέρια του είναι σχεδόν πάντα απασχολημένα. Ίσως έτσι να γίνεται λίγο πιο ήσυχη και η σκέψη.
Κι εγώ, που ήρθα από τη Θεσσαλονίκη, παρατηρώ.
Μαθαίνω τα πρόσωπα, τις συγγένειες, τις ιστορίες, τα χωράφια, τις δουλειές.
Και μαθαίνω κυρίως την κυρία Κατίνα.
Γιατί η κυρία Κατίνα δεν είναι απλώς η μάνα της οικογένειας.
Είναι η μνήμη του αγροκτήματος.
Ξέρει τι φυτεύτηκε, πότε φυτεύτηκε, τι απέδωσε, τι θα πουληθεί, τι θα κρατηθεί. Ξέρει ποιος έκανε τι και ποιος έπρεπε να το είχε κάνει αλλιώς.
Και, φυσικά, ξέρει και τι πρέπει να κάνει ο κυρ Γιώργης.
«Γιώργη!»
Ο κυρ Γιώργης, κάπου μακριά, συνεχίζει τη δουλειά του.
Η κυρία Κατίνα περιμένει.
Δεν έρχεται.
«Γιώργη!»
Αυτή τη φορά λίγο δυνατότερα.
Ο κυρ Γιώργης εμφανίζεται στην άκρη του χωραφιού.
«Τι είναι;»
«Τα καφάσια.»
«Τι έχουν;»
«Να τα φέρεις.»
«Α, καλά.»
Και φεύγει πάλι.
Η κυρία Κατίνα γυρίζει στον πάγκο της σαν να μην συνέβη τίποτα.
Ένα μάτσο μαϊντανός δεν είναι σωστά δεμένο.
Το λύνει.
Το ξαναδένει.
Το σηκώνει στο ύψος των ματιών.
Τώρα είναι σωστό.
Κάτω από τη μηλιά, η διευθύντρια συνεχίζει ακούραστα τη δουλειά της.
Κι εμείς γύρω της.
Το αγρόκτημα έχει τον αρχηγό του.
Έχει όμως και το γραφείο του.
Και όσο η κυρία Κατίνα κάθεται στον μεγάλο πάγκο, δένει τα ματσικά και φωνάζει τον κυρ Γιώργη, μπορεί κανείς να είναι βέβαιος για ένα πράγμα:
η επιχείρηση λειτουργεί.
Με πρόγραμμα.
Με τάξη.
Με φωνές.
Με οδηγίες.
Και, κυρίως,
με τον κυρ Γιώργη να κάνει ότι δεν ακούει.
Μόνο που υπάρχει ένα πράγμα που δεν έχει καταλάβει ακόμη.
Όταν η διευθύντρια φωνάζει:
«Γιώργη!»
δεν έχει σημασία αν ακούς.
Η κλήση καταγράφηκε.
