21 Απρ 2022

«Όλα καλά θα πάνε» και οι αφορισμοί περί της ζωής στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Ανάγνωση σε 1 '

«Όλα καλά θα πάνε» και οι αφορισμοί περί της ζωής και οι κοσμοθεωρίες στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης.

Κάθε μέρα που περνάω από έξω το βλέπω. Μια Α4 ασπρόμαυρη φωτοτυπία με τις λέξεις « Όλα θα πάνε καλά». Μπαίνω σε ένα κοινωνικό μέσο και διαβάζω της κάθε καρυδιάς απόψεις για το τι είναι ζωή και μια σειρά αφορισμών για την καθημερινότητα μας – που συνήθως μεταδίδονται από γενιά σε γενιά- , αλλα ποτέ δεν πέφτει το βλέμμα μου σε παραινέσεις, που συνήθως προκύπτουν μετά από λίγο έως πολύ φιλοσοφικές διεργασίες αναφορικά με τις νέε premises διαβιωσης και επιβίωση που μας εχουν επιβληθεί και έχουμε επιβάλει οι ίδιοι σε εμας.

Εκνευρίζομαι γιατί μέχρι μερικά χρόνια έπιανα τον εαυτό μου να αυτοενθαρρύνεται με την πρόταση αυτή. Ευτυχώς νομίζω ότι απεγκλωβίστηκα και δεν αυτοθυματοποιούμαι πλέον.

Πως γίνεται να έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο να μιλάμε με τον εαυτό μας δυνατά και δημοσίως χωρίς πρόβλημα να εκτεθούμε, και να λέμε αυτό το αφηρημένο και εν πολλοίς αβάσιμο «όλα θα πάνε καλά» νομίζοντας, πείθοντας τον εαυτό μας και εξορκίζοντας το τυχόν κακό, να μας έρθουν τα πράγματα όπως θέλουμε. Οταν οφείλουμε όμως σε σημαντικά θέματα να παρουμε θέση φοβόμαστε να εκτεθούμε με μια γνώμη μας, μη τυχών και το δουν γνωστοί των ΚΜ και πουν, "Ωχ... τι λέει αυτός/αυτή".

Παρένθεση: τυχαίως πραγματικά τυχαίως, διάβαζα εκείνη τη περίοδο που μου έκανε το κλικ με το «όλα καλά…» δυο βιβλία. Δεν μπορώ να διαβάζω ένα βιβλίο, χρειάζομαι 2-5 βιβλία απλωμένα στο τραπέζι για εναλλαγή, άλλο κακό μου κι αυτό. Λοιπόν ένα γερμανικό μυθιστόρημα για τον Goethe(2021) , που δεν είμαι ευχαριστημένος από τη γραφή και τη δομή του και ένα γερμανικό πάλι σε ελληνική μετάφραση, ο μονόδρομος, που το είχα διαβάσει στα γερμανικά αλλα ήθελα να γνωρίζω την αντίστοιχη γλώσσα στα ελληνικά του Walter Benjamin (1929), έναν αιώνα νωρίτερα δηλαδή από το πρώτο βιβλίο.

«Όλα καλά» σίγουρα αναφέρεται στα ατομιστικά μας  θέλω, ποτέ δε στην κοινή, κοινοτική βούληση.

'Αυτό  το δίσπεπτο Όλα καλά που συνοδεύεται από ένα χαμόγελο  τύπου διαφήμισης οδοντόκρεμας και βλέμμα βοός είναι κάτι που κυκλοφορεί πολλάκις συχνότερο ακόμα κι από τα σουβλάκια.

Έχει πάρει δε διεθνείς διαστάσεις αρχίζοντας από τις Ολλανδέζες που μπεκροπίνουν και γκρεμίζονται αναφωνώντας Όουλα Κάλαμέχρι τις θλιβερές  ανατολικές στα στριπτιζαδικα που προσπαθώντας να τσιμπίσουν πελάτη κυνηγούν το βλέμμα σου. Όταν συναντηθεί, τότε αυτή η διεθνής ευδαιμονία αποκτά σάρκα και οστά. Όλα καλλλάρωτά  ανασηκώνοντας  το ποτήρι της προσδοκώντας ένα ψίχουλο από το κλεμμένο της ψωμί.

Ο....ο.. λα κ...αλάψιθυριζ(ω,ει) ο πελάτης κρύβοντας τη φρικτή μοναξιά του.'

 Θα το δω όμως και από μια ανορθόδοξη πλευρά. Ναι μεν δεν αποφεύγουμε να αντιληφθούμε την παρακμή μας, την προσωπική μας και την δήθεν κοινοτική μας σαν μέλος ενός δήθεν κοινωνικού συνόλου, – εγω τουλάχιστον έτσι αισθάνομαι- όμως  παραμένουμε με δράση και συμμετοχή σε αυτό το χάος. Επιπλέον βρίσκουμε οποιανδήποτε δικαιολογία για την παραμονή μας εκεί μέσα. Και το παράδοξο είναι το εξής:

Όσες οι διαπιστώσεις της αποτυχίας του γενικού συνόλου, τόσες και οι εξαιρέσεις για τη  σφαίρα της προσωπικής δραστηριότητας, το χρόνο και τον τόπο που βρισκόμαστε ενεργούμε και κατοικούμε.

Και εδώ παρεμβαίνει ο Benjamin.

«Η τυφλή θέληση να περισωθεί το γόητρο της προσωπικής ύπαρξης μάλλον παρά αυτή ν’ απελευθερωθεί τουλάχιστον από το φόντο μιας γενικής τύφλωσης με μια απερίφραστη καταδίκη της αδυναμίας και της εμπλοκής της επιβάλλεται σχεδόν παντού

Γι’ αυτό κυκλοφορούν και στο διαδίκτυο τόσες απόψεις για τη ζωή και κοσμοθεωρίες και γι’ αυτό προβάλλουν εδώ τόσες αξιώσεις, επειδή τελικά στοχεύουν και εδώ πάλι σχεδόν πάντα, στην επικύρωση μια εντελώς ασήμαντης ιδιωτικής κατάστασης.

Και το «όλα καλά…» που κολλάει θα  μου πείτε. Είμαστε τόσο γεμάτοι από ψευδαισθήσεις και αντικατοπτρισμούς κάποιου ανθηρού τάχα μου μέλλοντος που παρ’ όλα αυτά θα ανατείλει μέσα σε μια νύχτα, επειδή ο κάθε ένας δεσμεύεται από τις οπτικές απάτες της στενά προσωπικής του σκοπιάς.

Αυτή καλοπερασάκικη επιδερμική έκφραση είναι σημάδι των καιρών μας. Μισητή σε μένα όσο ο πόλεμος, η αδικία και άλλα πολλά.

17 Απρ 2022

"Η πολιτική συνείδηση" του Geoffroy de Lagasnerie, Κριτική βιβλίου, Ανάγνωση σε 5 '

Ο ανταγωνισμός των μεμονομένων βουλήσεων.

Κριτική του βιβλίου "Η πολιτική συνείδηση" του Geoffroy de Lagasnerie

Sebastian Dute. Το κείμενο επεξεργάστηκε συντακτικά από τον Wibke Liebhart

Ειδικά οι κλασικοί της πολιτικής θεωρίας ζουν από τις μυθικές αφηγήσεις: Ο Thomas Hobbes βάζει ένα θαλάσσιο τέρας, τον Λεβιάθαν, να επιτηρεί την τήρηση των νόμων- στο έργο του John Rawls, ένα μυστηριώδες πέπλο άγνοιας χωρίζει τους ανθρώπους από τη μελλοντική κοινωνική τους θέση- και ακόμη και στην αριστοτελική πόλις, το πολιτικό ζώο είναι ένα πολύ ιδιόμορφο πλάσμα. Ωστόσο, όπως σπεύδουν να μας διαβεβαιώσουν οι εκπρόσωποι της συντεχνίας, υπάρχουν απτές έννοιες πίσω από αυτά τα στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να περιγράψουν και να διαμορφώσουν την πολιτική μας συνύπαρξη. Και πράγματι, στα κανονικά κείμενα, όροι όπως "κοινωνικό συμβόλαιο", "ιθαγένεια" ή "λαϊκή κυριαρχία" σύντομα παίρνουν τη θέση της ποίησης. Τι γίνεται όμως όταν αυτοί οι όροι ανταποκρίνονται τόσο λίγο στην πραγματικότητα όσο και οι ιστορίες και οι μορφές που υποτίθεται ότι χρησιμεύουν ως εικονογράφησή τους;

Η προκλητική απάντηση του Geoffroy de Lagasnerie: τότε ουσιαστικά δεν θα είχαμε ποτέ πολιτικοποιηθεί.

Το νέο βιβλίο του De Lagasnerie έχει τίτλο "Η πολιτική συνείδηση" με έκδοση στα γαλλικά το 2019. Σε αυτό, ο Παριζιάνος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, ο οποίος κάποτε χαρακτήρισε τον εαυτό του "ριζοσπαστικό", θέλει όχι μόνο να αναλύσει την πολιτική μας γλώσσα, αλλά και να τη μεταμορφώσει. Είναι γεμάτη από ολοκληρωτικές κατηγορίες, μυστικοποιητικές αφηγήσεις και υπερβολικά αφηρημένες έννοιες που δεν αντέχουν σε μια αποφασιστικά "κοινωνιολογική θεώρηση της πραγματικότητας" (σ. 20) και έχουν στρεβλωτικό αποτέλεσμα.

Ο δηλωμένος στόχος του βιβλίου είναι επομένως μια "ρεαλιστική κατανόηση της πολιτικής μας κατάστασης και της σχέσης μας με το κράτος, το νόμο, τον εαυτό μας και τους άλλους" (σ. 37).

 

Μια αναγωγιστική θεωρία της πολιτικής

Για το σκοπό αυτό, ο de Lagasnerie αναπτύσσει στο πρώτο μέρος τα μεθοδολογικά περιγράμματα μιας αναγωγικής θεωρίας της πολιτικής, η οποία αποχαιρετά τις παραμορφωτικές αφαιρέσεις των παραδοσιακών συγγραμμάτων προς όφελος των έγκυρων περιγραφών της πολιτικής πραγματικότητας. Κατά μία έννοια, αναγνωρίζει ως προπατορικό αμάρτημα των μυθολογικών μορφών στη σύγχρονη πολιτική σκέψη τη θεωρία του συμβολαίου του προαναφερθέντος Hobbes, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι, φοβούμενοι τυχόν ζημία από τους άλλους, ιδρύουν μια κρατική πολιτεία και εξουσιοδοτούν τον επικεφαλής της να τους κυβερνά.

Η αντίρρηση του De Lagasnerie στην αντίληψη του Hobbes σύμφωνα με την οποία η πολιτική κυριαρχία βασίζεται σε μια πράξη αναγνώρισης από τους κυβερνώμενους: δεδομένου ότι ποτέ δεν συναίνεσε ρητά στην υποταγή, το πολιτικό υποκείμενο δεν έχει στην πραγματικότητα καμία συστατική σχέση με την κυρίαρχη τάξη.

Το γεγονός ότι ο Hobbes παρουσιάζει την εξαγωγή της κρατικής εξουσίας ως ιστορική-εμπειρική παρατήρηση μετατρέπει την πολιτική του θεωρία σε τέχνασμα νομιμοποίησης της κρατικής κυριαρχίας. Ωστόσο, η ανακατασκευή του de Lagasnerie αποσυνδέει πλήρως το έργο του θεωρητικού του συμβολαίου από το ιστορικό του πλαίσιο του αγγλικού εμφυλίου πολέμου και του αποικισμού της Βόρειας Αμερικής και υπονομεύει επίσης τον ισχυρισμό του ότι η κατάσταση της φύσης και η σύναψη συμβολαίων αποτελούν θεωρητικές κατασκευές για την εξήγηση του σχηματισμού των κοινοτήτων.

 Αντί να ζητά από τα υποκείμενα να εγκαταλείψουν την κοινωνική τους θέση και τα προσωπικά τους συμφέροντα προκειμένου να δεσμευτούν σε μια αφηρημένη συλλογικότητα, μια ρεαλιστική ανάλυση της πολιτικής πρέπει να αναγάγει τα πολιτικά φαινόμενα στην κοινωνική τους πραγματικότητα.

Για τον de Lagasnerie, ο Hobbes εισήγαγε "συνήθειες και αντανακλαστικά" (σ. 21) στο λόγο που διαμορφώνουν ακόμη και σήμερα τη σκέψη μας για την πολιτική, μεταξύ άλλων, συγκροτώντας έναν φαινομενικά αυτόνομο λόγο που πιστεύει ότι είναι αποκομμένος από την κοινωνική, οικονομική και ηθική πραγματικότητα.  Αντί να απαιτεί από τα υποκείμενα να εγκαταλείψουν την κοινωνική τους θέση και τα προσωπικά τους συμφέροντα προκειμένου να δεσμευτούν σε μια αφηρημένη γενικότητα, μια ρεαλιστική ανάλυση της πολιτικής θα έπρεπε να αναγάγει τα πολιτικά φαινόμενα στην κοινωνική τους πραγματικότητα. Αυτό απαιτεί μια θεωρητική γλώσσα ικανή να "εξαλείψει την απόσταση μεταξύ λέξεων και πραγμάτων" (σ. 38).

Για τον de Lagasnerie, το πρόγραμμά του, το οποίο φαίνεται κάπως αντιδραστικό από την άποψη της φιλοσοφίας της γλώσσας, σημαίνει την ανταλλαγή των μυστικοποιητικών αφαιρέσεων του πολιτικού λόγου με πραγματικές αφαιρέσεις "βασισμένες σε έγκυρες κοινωνικές δυνάμεις και οντολογικά κριτήρια" (σ. 84). Οι μόνες έγκυρες έννοιες είναι εκείνες που ξεκινούν από τους απτούς κοινωνικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό κάθε τάξης και δεν τους συγκαλύπτουν ούτε τους εναρμονίζουν: "υπάρχουν κοινωνικές ταυτότητες, ασκούμενη εξουσία, συστήματα κυριαρχίας. Υπάρχουν κοινωνικές τάξεις, μειονότητες, φατρίες. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να πηγαίνει πέρα από αυτό. Δεν υπάρχει κανένα κρατικό σύστημα, κανένας πολίτης, καμία κοινότητα. Δεν είμαστε τίποτα άλλο από αυτό που είμαστε". (S. 62)

Με αυτόν τον τρόπο, ο de Lagasnerie φαίνεται να προωθεί έναν μάλλον απροκάλυπτο κοινωνιολογικό θετικισμό που  θα έλεγε στον πολιτικό λόγο την αλήθεια για τον εαυτό του. Και σίγουρα μπορεί κανείς να υποστηρίξει την έκκλησή του ενάντια στις υπερβολικά ιδεαλιστικές θεωρίες της πολιτικής και του πολιτικού που δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική πρακτική και χάνονται σε σχολαστικά τεχνάσματα. Ωστόσο, παραμένει εξαιρετικά αμφίβολο αν τέτοιες στρεβλώσεις είναι πραγματικά εγγενείς σε ολόκληρη την παράδοση της σκέψης και αν οι έννοιές της είναι έτσι δομικά καταδικασμένες σε μυστικοποίηση.

Ομοίως, δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς με τον de Lagasnerie όταν επιμένει στην "κατανόηση των πολιτικών θεσμών ως μέρος του παιχνιδιού των κοινωνικών δυνάμεων και των συγκρούσεών τους" (σ. 46). Ταυτόχρονα, όμως, αναρωτιέται κανείς ποιος, με τη σειρά του, εκπροσωπεί στην πραγματικότητα έναν τέτοιο ριζοσπαστικό "αυτονομισμό",  ο οποίος αντιλαμβάνεται την πολιτική ως μια εντελώς απομονωμένη σφαίρα - σε κάθε περίπτωση, με μια προσεκτικότερη εξέταση, οι συγγραφείς που χρησιμοποιούνται για να το αποδείξουν αυτό (εκτός από αυτούς που αναφέρθηκαν, ο Carl Schmitt και η Hannah Arendt, μεταξύ άλλων) δεν το κάνουν.

 

Κράτος και υποκείμενο

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, τα πλεονεκτήματα και οι περιορισμοί της αναγωγιστικής προσέγγισης του de Lagasnerie, την οποία παρουσιάζει αρχικά με αντικείμενο μελέτης το κράτος, γίνονται ακόμη πιο εμφανή.

Η κοινωνιολογική θεώρηση της πραγματικότητας είναι εμπνευσμένη από τον Léon Duguit. Στη μελέτη του Duguit από τις αρχές του 20ού αιώνα, το κράτος αποτελείται μόνο από τα άτομα που δρουν μέσα σε αυτό, δηλαδή από τους άρχοντες που επιβάλλουν τη θέλησή τους σε άλλα άτομα υπό την απειλή του υλικού καταναγκασμού. Σε συνέχεια αυτού, για τον de Lagasnerie οι πολιτικές σχέσεις δεν είναι τελικά τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τις σχέσεις μεταξύ των ατόμων. Στην περίπτωση της σύγκρουσης με την τάξη, μετά την αφαίρεση των θεσμικών διαμεσολαβήσεων, το μόνο που απομένει είναι ο αναπόφευκτος ανταγωνισμός διαφορετικών μεμονωμένων θέλω- με την αποφασιστική ιδιαιτερότητα ότι "ένα [ιδιαίτερο θέλω] κατάφερε να γίνει νόμος, να καταλάβει τον κατασταλτικό κρατικό μηχανισμό για να μου επιβληθεί" (σ. 93).

Η αποφασιστική αντίληψη του De Lagasnerie για τα πολιτικά γεγονότα, με την οποία τάσσεται κατά των εξιδανικευτικών εννοιών της κρατικής εξουσίας, κρύβει αντιφάσεις και μειονεκτήματα. Από τη μία πλευρά, δεν είναι σαφές γιατί μια αποφασιστικά κοινωνιολογική προοπτική θα πρέπει να θεωρεί το άτομο και την ατομική του βούληση ως δεδομένο. Είναι αλήθεια ότι ο de Lagasnerie απορρίπτει την έννοια του ατομικισμού όταν τονίζει την κοινωνική λογική που λειτουργεί στην πολιτική πρακτική των ατόμων. Ξεπερνά την αόριστη αναφορά στους "ηθικούς και κοινωνικούς προσανατολισμούς" (σ. 96) ή στις "ηθικές, οικονομικές κ.λπ. εκτιμήσεις" (σ. 132). σκέψεις" (σ. 132).

Από την άλλη πλευρά, ο de Lagasnerie μένει πίσω από βασικές γνώσεις, ιδίως της υλιστικής θεωρίας του κράτους, όταν ορίζει το κράτος ως έναν "μηχανισμό [...] τον οποίο εκμεταλλεύονται μεμονωμένες βουλήσεις  για να επιβληθούν". (σελ. 92) Σε αυτή την κατασταλτική-οργανική αντίληψη, ο κρατικός μηχανισμός και η εξουσία πέφτουν σε ένα, γεγονός που συντομεύει άσκοπα την ανάλυση της κρατικής εξουσίας.

Για τον de Lagasnerie, η γνήσια πολιτική εμπειρία δεν έγκειται ακριβώς στη δράση, αλλά είναι μάλλον μια "αλληλεπίδραση που υφίσταται" (σ. 110).

Ο De Lagasnerie πετυχαίνει έναν πιο πειστικό επαναπροσδιορισμό με τη σκιαγράφηση μιας θεωρίας της υποκειμενοποίησης, η οποία συνδέεται σιωπηρά με τις αντιλήψεις του Louis Althusser και του Jacques Rancière από την άποψη αυτή. Υποθέτει επίσης ότι υπάρχει ένα "ασυνείδητο στη θεωρία των συμβάσεων" (σ. 138) στη σχέση του υποκειμένου με την πολιτική τάξη: το πολιτικό υποκείμενο εμφανίζεται στα κανονικά κείμενα κυρίως ως ενεργό και δραστήριο που όχι μόνο συνάπτει συμβάσεις, αλλά και συμμετέχει σε συζητήσεις και ψηφοφορίες, διαδηλώνει στους δρόμους ή υποκινεί μια επανάσταση. Για τον de Lagasnerie, ωστόσο, η γνήσια πολιτική εμπειρία δεν έγκειται ακριβώς στη δράση, αλλά είναι μάλλον μια " ήδη δημιουργημένη αλληλεπίδραση" (σ. 110).

Δεδομένου ότι οι προσωπικές κλίσεις (τάσεις) σπάνια συμπίπτουν με την κυβερνητική πρακτική, οι πολιτικές σχέσεις αποτελούνται από καταστάσεις σύγκρουσης στις οποίες η έννομη τάξη επιβάλλει στο υποκείμενο μια βούληση ξένη προς αυτό.

Αυτό στρέφει την προσοχή από τους αντιπροσωπευτικούς τόπους της πολιτικής στο περιθώριο του κοινωνικού κόσμου, όπου ο de Lagasnerie εντοπίζει το κατ' εξοχήν πολιτικό υποκείμενο: Ο "άνδρας που συνελήφθη από την αστυνομία" (σ. 112) απεικονίζει το χάσμα μεταξύ της προσωπικής βούλησης και της βούλησης που έχει γίνει νόμος, γι' αυτό και ο συγγραφέας τον ανακηρύσσει αφετηρία για προβληματισμό σχετικά με την πολιτική. Κάνει το κυριολεκτικό χτύπημα του αστυνομικού ή της αστυνομικίνας την παραδειγματική σκηνή της πολιτικής υποκειμενοποίησης. Σε αυτή την ακραία μορφή, η πολιτική εμπειρία έχει μια αδιαμφισβήτητα σωματική στιγμή- ο εξωτερικός περιορισμός γίνεται αντιληπτός ως φυσικός εξαναγκασμός. Ακόμα και αν οι εμπειρίες βίας αυτού του είδους δείχνουν την πραγματική φύση της πολιτικής με τον πιο έντονο τρόπο, η υποκείμενη πολιτική εμπειρία - το "γεγονός ότι μπορείς πάντα να συλληφθείς" - είναι καθολικά έγκυρη παρά τις σταδιακές διαφορές. Εξάλλου, όλοι μας, εκ γενετής, είμαστε πεταγμένοι σε μια κρατική επικράτεια, μας δίνεται μια εθνικότητα και υπαγόμαστε σε έναν νόμο.

 

Αρνητισμός

Η "εξωτερικότητα του υποκειμένου ενώπιον της έννομης τάξης" (σ. 121) οξύνεται στη συνέχεια περαιτέρω από τον de Lagasnerie. Οδηγούμενος από τις πολιτικές αναλύσεις του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων, στην ειδική ιστορική εμπειρία του οποίου εντοπίζει ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό του πολιτικού πράγματος, ορίζει τις πολιτικές σχέσεις ως "σχέσεις μεταξύ αποικιοκρατών και αποικιοκρατούμενων" (σ. 127).

Σε σύγκρουση με την έννομη τάξη, το υποκείμενο, σύμφωνα με την τολμηρή θέση του de Lagasnerie, βιώνει τον εαυτό του ως ένα κατεχόμενο έδαφος "που δεν αναγνωρίζει τη νομιμότητα της προσάρτησης που άλλοι πραγματοποιούν μέσω του κράτους [...]" . Ξεκινώντας από την απώτατη εξωτερικότητα της αποικίας, ο de Lagasnerie υποβάλλει άλλες έννοιες σε μια νέα ανάγνωση. Ο νόμος, για παράδειγμα, εμφανίζεται στο αναγωγιστικό βλέμμα ως ένας προς -dispositive» διαθέσιμο θεσμό- που εκχωρεί εξουσία σε μερικά συγκεκριμένα άτομα τα οποία, επειδή κατέχουν συγκεκριμένες θέσεις, το χρησιμοποιούν για να επιβάλουν τις ηθικές τους αποφάσεις και προσανατολισμούς" - η κυριαρχία εμφανίζεται συνεπώς ως η "διαθεσιμότητα της έννομης τάξης για την άσκηση μιας συγκεκριμένης εξουσίας" (σ. 105).

Στη συζήτηση των βασικών θεωρητικών εννοιών, στις οποίες προστίθενται στην πορεία του βιβλίου η πολιτική ανυπακοή και η διάκριση μεταξύ νόμιμης και παράνομης βίας, γίνεται πιο εμφανής η στρατηγική ανάπτυξη του βιβλίου. Η νέα γλώσσα που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει ο de Lagasnerie για να αποτυπώσει με ειλικρίνεια τα πολιτικά φαινόμενα έχει ως στόχο να παρέχει ακριβέστερα εργαλεία σε όσους αμφισβητούν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Για να αναγνωρίσει κανείς τη δική του θέση στην κοινωνική πραγματικότητα και να κατανοήσει σωστά τις πολιτικές συνθήκες, πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει την αποφασιστική λογική των τελευταίων:

"Πολιτική δράση σημαίνει άσκηση βίας εναντίον άλλων ατόμων με τα οποία ζούμε παρά τη βούληση μας και παρά τη δική τους και τα οποία έχουν λόγους να μην αναγνωρίζουν τη νομιμότητα της βούλησή μας". (S. 181)

Επομένως, το βασικό πολιτικό ερώτημα πρέπει να είναι η αυτογνωσία σχετικά με το ποια (κρατικά) μέσα διαπραγμάτευσης συγκρούσεων είναι κανείς διατεθειμένος να δικαιολογήσει στον εαυτό του.

Για τη θεωρητική συζήτηση, με τη σειρά του, οι παρατηρήσεις του de Lagasnerie είναι πιο γόνιμες εκεί όπου υποστηρίζει ένα είδος πολιτικο-θεωρητικού αρνητισμού που δεν θέτει την ιδανική περίπτωση του κατά κανόνα υπάκουου πολίτη και της λειτουργικής κοινότητας στην αρχή του προβληματισμού. Η ουσία και η λειτουργία μιας πολιτικής τάξης πρέπει να μελετηθούν, συμφωνα με τον de Lagasnerie, ξεκινώντας από τις στιγμές της διάρρηξης και της άρνησης που κάνουν ορατό το χάσμα μεταξύ ασυμβίβαστων ιδιαίτερων θελήσεων:

"Πρέπει να ξεκινήσουμε από το έγκλημα και τον εγκληματία, από την υποκειμενικότητά του και τη ζωή του, προκειμένου να κατασκευάσουμε μια έννοια του νόμου, της δικαιοσύνης και του κράτους". (σελ. 112)

Ξανά και ξανά, ωστόσο, ο de Lagasnerie στρέφει την προσοχή σε μια λιγότερο δραστική μορφή διαφωνίας, δηλαδή στην αδράνεια. Θεματοποιεί, μεταξύ άλλων, την εμπειρία εκείνων των υποκειμένων που παρατηρούν τα πολιτικά γεγονότα στα οποία υπόκεινται από απόσταση με ένα μείγμα αδιαφορίας και παραίτησης και τα αποδέχονται απλώς - που είναι έτσι, "απλώς βρίσκονται εκεί" (σ. 141).

Το ότι η πραγματικότητα της πολιτικής εμπειρίας υπακούει συνήθως σε μια μάλλον παθητική λογική που μπορεί να εκφραστεί με διάφορους τρόπους είναι ίσως η πιο παραγωγική πρόταση του συγκεκριμένου βιβλίου. Το να πάρουμε στα σοβαρά τον αρνητικό επαναπροσδιορισμό του πολιτικού υποκειμένου από τον De Lagasnerie ως "θεατή/κατειλημμένο έδαφος" (σελ. 146) θα μπορούσε να είναι αρκετά αποδοτικό για τον θεωρητικό προβληματισμό σχετικά με την πολιτική - παρά τις προβοκατόρικες προκλήσεις.

 

Ετικέτες