Ο επόμενος παρακαλώ!
Είναι βραδάκι στο Οροπέδιο.
Ο ήλιος έχει αρχίσει να χαμηλώνει και το κρύο να κατεβαίνει από τα βουνά. Στο βενζινάδικο του Μπαλάσκα, όμως, η μέρα δεν έχει τελειώσει.
Μόλις τώρα αρχίζει η δεύτερη βάρδια.
Ένας-ένας καταφθάνουν οι ξένοι αγροτοεργάτες από τα χωράφια.
Πακιστανοί, Κενυάτες, Αιγύπτιοι.
Άλλος με το κινητό στο χέρι, άλλος με ένα χαρτί διπλωμένο στην τσέπη, άλλος με τα χρήματα έτοιμα.
Στέκονται έξω από το μικρό μαγαζί και περιμένουν.
Η ουρά μεγαλώνει.
Η Λίτσα βρίσκεται στη θέση της.
Πίσω από τον υπολογιστή, ανάμεσα σε πατατάκια, φορτιστές, λάδια, μπότες και ό,τι άλλο μπορεί να έχει χωρέσει ο Μπαλάσκας στο μαγαζί, έχει μετατρέψει το γραφείο της σε υποκατάστημα διεθνούς τραπεζικού οργανισμού.
Μετράει.
Πληκτρολογεί.
Εκτυπώνει.
Σηκώνει το κεφάλι.
«Ο επόμενος παρακαλώ!»
Ο επόμενος μπαίνει.
Συνεννοούνται.
Ο επόμενος φεύγει.
«Ο επόμενος παρακαλώ!»
Άλλος ένας.
Και άλλος.
Η διαδικασία έχει αποκτήσει ρυθμό.
Μόνο που κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας καινούργιος.
Ένας νεαρός Αιγύπτιος.
Στέκεται μπροστά στη Λίτσα και χαμογελάει αμήχανα.
Η Λίτσα τού λέει κάτι.
Εκείνος την κοιτάζει.
Της λέει κάτι.
Η Λίτσα τον κοιτάζει.
Και οι δύο χαμογελούν.
Έχει αρχίσει η διεθνής διπλωματία.
«English?» ρωτάει η Λίτσα.
Ο νεαρός κουνάει το κεφάλι.
Όχι.
«Greek?»
Πάλι όχι.
Η Λίτσα κοιτάζει τον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος κοιτάζει τη Λίτσα.
Πίσω του περιμένουν οι υπόλοιποι.
Η ουρά έχει αρχίσει να αποκτά πολιτική σημασία.
Κάποιος κοιτάζει το ρολόι του.
Κάποιος άλλος το κινητό του.
Ο Αιγύπτιος βγάζει ένα χαρτί.
Η Λίτσα το παίρνει.
Το κοιτάζει.
Είναι γεμάτο αραβικά.
Η Λίτσα το κοιτάζει λίγο περισσότερο, μήπως τα γράμματα αποφασίσουν από μόνα τους να γίνουν ελληνικά.
Δεν γίνονται.
«Money?» ρωτάει.
Ο Αιγύπτιος κουνάει το κεφάλι.
«Yes?»
Όχι.
«No?»
Ναι.
Η επικοινωνία έχει πλέον περάσει σε ανώτερο επίπεδο.
Η Λίτσα κοιτάζει πίσω της.
Η ουρά μεγαλώνει.
Και τότε αρχίζει η αναζήτηση.
Ποιος ξέρει αραβικά;
Κάποιος ξέρει κάποιον που ξέρει κάποιον.
Κάποιος παίρνει τηλέφωνο.
Κάποιος άλλος λέει:
«Πάρε την εταιρεία.»
Η Λίτσα σηκώνει το τηλέφωνο.
Καλεί την εταιρεία μεταφοράς χρημάτων.
Εξηγεί την κατάσταση.
Και, σαν να ανοίγει ξαφνικά μια πόρτα σε άλλο κόσμο, στην άλλη άκρη της γραμμής βρίσκεται ένας υπάλληλος που μιλάει αραβικά.
Η λύση βρέθηκε.
Τον βάζουν σε ανοικτή ακρόαση.
Και τότε το μικρό μαγαζί του Μπαλάσκα αποκτά για λίγα λεπτά επίσημο διερμηνέα.
Αραβικά από το τηλέφωνο.
Ελληνικά από τη Λίτσα.
Αραβικά από τον Αιγύπτιο.
Και από πίσω η ουρά να περιμένει.
Η Λίτσα ρωτά.
Ο υπάλληλος μεταφράζει.
Ο Αιγύπτιος απαντά.
Ο υπάλληλος μεταφράζει.
Η Λίτσα πληκτρολογεί.
Σταματά.
Ξαναρωτά.
Ξαναμεταφράζουν.
Κάποια στιγμή όλοι έχουν αποκτήσει τον ίδιο στόχο:
να τελειώσει η συναλλαγή.
Και τελικά τελειώνει.
Η Λίτσα δίνει την απόδειξη.
Ο νεαρός Αιγύπτιος χαμογελάει.
Η Λίτσα χαμογελάει.
Ο υπάλληλος στο τηλέφωνο χαιρετάει.
Κλείνει η γραμμή.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικρατεί σιωπή.
Μετά η Λίτσα σηκώνει το κεφάλι.
Κοιτάζει την ουρά.
«Ο επόμενος παρακαλώ!»
Και η διεθνής τραπεζική υπηρεσία του Οροπεδίου συνεχίζει κανονικά.
Ο επόμενος μπαίνει.
Μετά άλλος.
Και άλλος.
Έξω έχει πια σκοτεινιάσει.
Μέσα στο μικρό μαγαζί, όμως, τα φώτα είναι αναμμένα και η Λίτσα συνεχίζει ακούραστη.
Εγώ σκέφτομαι πως αυτό το βενζινάδικο τελικά δεν είναι απλώς βενζινάδικο.
Είναι συνεργείο.
Είναι ψιλικατζίδικο.
Είναι μίνι μάρκετ.
Είναι ανταλλακτήριο.
Είναι γραφείο μεταφοράς χρημάτων.
Και, όταν χρειαστεί,
είναι και διεθνές κέντρο τηλεφωνικής διερμηνείας.
Κι όλα αυτά με μια Λίτσα μπροστά σε έναν υπολογιστή, ανάμεσα σε πατατάκια και φορτιστές, να προσπαθεί να συνεννοηθεί με όλο τον κόσμο.
«Ο επόμενος παρακαλώ!»
Γιατί στο Οροπέδιο μπορεί να μην μιλάμε όλες τις γλώσσες.
Αλλά, με λίγη υπομονή, ένα τηλέφωνο και την κατάλληλη ανοιχτή ακρόαση,
κάπως θα συνεννοηθούμε.