Πολιτική
Big Tech: Πώς να τιθασεύσουμε τη δύναμή τους
Meta, Google, Tiktok και Σία: Ποια είναι μια ουσιαστική αριστερή στάση απέναντι στις πρακτικές των ψηφιακών κολοσσών;
Του Malte Engeler Διάρκεια ανάγνωσης: 8 λεπτά
Οι επικεφαλής των μεγάλων αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας στην ορκωμοσία του Τραμπ: Η ευρωπαϊκή νομοθεσία πλήττει κυρίως τις αμερικανικές εταιρείες, χωρίς όμως να αμφισβητείται η κερδοσκοπική εμπορευματοποίηση των δεδομένων. (Φωτογραφία: AFP/AP/JULIA DEMAREE NIKHINSON)
Τα κοινωνικά δίκτυα, τα κέντρα δεδομένων και οι «έξυπνες» (δηλαδή οι δικτυωμένες) συσκευές είναι τόσο πανταχού παρούσες, που μοιάζουν με φυσικά στοιχεία της εποχής μας. Αποτελούν πλέον αυτονόητους χώρους και εργαλεία ακόμα και για την αριστερή πολιτική δράση. Το Meta, το Google, το Tiktok και το X/Twitter είναι μέρος της καθημερινής πολιτικής πρακτικής, όπως ακριβώς και τα ερωτήματα για τον αριθμό των ακολούθων (followers), την απήχηση των αναρτήσεων και το έξυπνο «τάισμα» των αλγορίθμων. Ταυτόχρονα, η Big Tech και οι πλατφόρμες της αποτελούν αντικείμενο αντίστασης και κριτικής. Ποια είναι μια ουσιαστική αριστερή στάση απέναντι στις πρακτικές των ψηφιακών κολοσσών; Τι από όλα αυτά είναι ρεαλιστικά υλοποιήσιμο; Και ποια είναι, τελικά, μια αντικαπιταλιστική και χειραφετητική-μετασχηματιστική οπτική γωνία για τις ψηφιακές πλατφόρμες;
Αυτό το ερώτημα γίνεται ιδιαίτερα επίκαιρο κάθε φορά που οι εταιρείες και οι υπηρεσίες τους βρίσκονται στην επικαιρότητα για αρνητικούς λόγους. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατηγορεί τον όμιλο Meta ότι δεν εμποδίζει αποτελεσματικά τη χρήση των υπηρεσιών του, Instagram και Facebook, από άτομα κάτω των 13 ετών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί τα υπάρχοντα εργαλεία στο Instagram και το Facebook άχρηστα, επειδή οι χρήστες δηλώνουν την ηλικία τους μόνοι τους και η Meta δεν διαθέτει αποτελεσματικά μέσα για να επαληθεύσει αυτά τα στοιχεία. Αυτό παραβιάζει την Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act, DSA), έναν ευρωπαϊκό νόμο που ρυθμίζει την ευθύνη των μεγάλων διαδικτυακών υπηρεσιών από το 2022. Από το 2024, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διεξάγει έρευνα κατά του Instagram και του Facebook, καθώς υπάρχει η υποψία ότι δεν προστατεύουν επαρκώς τους ανηλίκους από εθιστικούς σχεδιασμούς, παραβιάσεις της ιδιωτικότητας και κινδύνους για την ψυχική τους υγεία.
Πώς λειτουργεί η ρύθμιση
Κανόνες όπως αυτοί του DSA θεωρούνται σχεδόν από όλα τα πολιτικά στρατόπεδα ως ένας σημαντικός μοχλός στον αγώνα ενάντια στην ισχύ των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας στην αγορά. Άλλα παραδείγματα αυτής της ρυθμιστικής προσέγγισης είναι ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (GDPR), με τον οποίο η ΕΕ ήθελε να τιθασεύσει τη «βουλιμία» της οικονομίας των δεδομένων, ή ο κανονισμός για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης (TTPW-VO), ο οποίος στοχεύει στο να εμποδίσει την εξατομίκευση και την τεχνητή ενίσχυση της απήχησης της πολιτικής διαφήμισης με βάση ευαίσθητες πληροφορίες.
Με τον τρόπο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση αυτοπροσδιορίζεται ως μια εναλλακτική λύση, βασισμένη σε αξίες και θεμελιώδη δικαιώματα, απέναντι στον αρρύθμιστο καπιταλισμό των ΗΠΑ και τον κρατικό καπιταλισμό της Κίνας. Μέσω του λεγόμενου «φαινομένου των Βρυξελλών» (Brussels Effect), η ΕΕ θέλει να μετατρέψει τους δικούς της κανόνες σε παγκόσμιο πρότυπο: καπιταλισμός με ευγένεια και την ευρωπαϊκή σημαία. Αν και ο ευρωεθνικισμός που υποβόσκει εδώ δεν βρίσκει ιδιαίτερη απήχηση στο αριστερό στρατόπεδο, ο πειρασμός παραμένει μεγάλος να δοθεί έμφαση στη ρύθμιση και την επιβολή του νόμου ως σημαντικό εργαλείο για τον περιορισμό των αμερικανικών και κινεζικών τεχνολογικών γιγάντων.
Οι εκκλήσεις για ρύθμιση της Big Tech και συνεπή επιβολή του νόμου είναι μια δημοφιλής απάντηση κυρίως επειδή έχουν μικρό πολιτικό κόστος. Σχεδόν όλα τα πολιτικά στρατόπεδα ασκούν κριτική στους ψηφιακούς κολοσσούς: οι φιλελεύθερες και συντηρητικές δυνάμεις τονίζουν τα ανταγωνιστικά μειονεκτήματα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ενώ οι προοδευτικές έως αριστερές δυνάμεις επικρίνουν τις επιχειρηματικές πρακτικές. Ακόμη και η δεξιά συμμετέχει σε αυτή τη χορωδία, παρουσιάζοντας τις πρακτικές συντονισμού περιεχομένου (moderation) στις πλατφόρμες ως μεροληπτικές και «woke».
Υπάρχουν βέβαια καλοί λόγοι για να αναφέρεται κανείς στο νόμο και το δίκαιο κατά την αντιπαράθεση με τη Big Tech. Η ευρωπαϊκή ρύθμιση για τα δεδομένα και τον ψηφιακό τομέα δεν είναι αναποτελεσματική. Οι κανόνες του DSA, του GDPR και των συναφών νόμων οδηγούν τακτικά τις αμερικανικές εταιρείες στο να προσαρμόζουν τις υπηρεσίες τους στην Ευρώπη ή να εξαναγκάζονται δικαστικά σε αυτό. Στην υπόθεση της πολιτικού Renate Künast κατά της διαδικτυακής ρητορικής μίσους, διαφαίνεται ότι το Facebook δεν θα πρέπει απλώς να διαγράφει μεμονωμένες αναρτήσεις, αλλά και να αναζητά και να διαγράφει παρόμοιες αναρτήσεις. Επιπλέον, οι ευρωπαϊκές αρχές προστασίας δεδομένων δίνουν μια σκληρή μάχη ενάντια στην πρακτική του ομίλου Meta να θέτει τους χρήστες προ του διλήμματος: είτε να συναινέσουν στην εξατομικευμένη διαφήμιση είτε να εξαγοράσουν την εξαίρεσή τους από την ιχνηλάτηση (tracking) μέσω μιας συνδρομής.
Το ψηφιακό δίκαιο ως παράγοντας ανταγωνισμού
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι απλώς βολικό –ακόμη και για τις αριστερές δυνάμεις– να απαιτούν την αποτελεσματική επιβολή των ευρωπαϊκών κανόνων. Διότι τέτοιες απαιτήσεις αποσπούν την προσοχή από το γεγονός ότι ο αριστερός ακτιβισμός και η προοδευτική πολιτική είναι παγιδευμένοι σε μια σχέση εξάρτησης από τη Big Tech. Όταν η Meta, η Google και το Tiktok δεν προστατεύουν τους ανηλίκους στις πλατφόρμες τους, εκμεταλλεύονται τα δεδομένα των χρηστών και επηρεάζουν τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης με χειραγωγικούς αλγορίθμους, είναι πιο εύκολο να καταγγέλλει κανείς τη δυσκίνητη εφαρμογή του νόμου από τις κρατικές εποπτικές αρχές, παρά να επανεξετάσει τη δική του σχέση με αυτές τις πλατφόρμες ή να προτείνει εναλλακτικές, μετασχηματιστικές προτάσεις στον δημόσιο διάλογο.
Όσο κατανοητό ή ακόμη και στρατηγικά λογικό κι αν είναι για τις αριστερές φωνές να ενώνονται με τη «χορωδία» της ρύθμισης, το πολιτικό βάρος που κουβαλάει αυτή η θέση είναι μεγάλο. Διότι η ευρωπαϊκή ψηφιακή ρύθμιση είναι χτισμένη πάνω σε καπιταλιστικά θεμέλια. Το πρωταρχικό της κίνητρο είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων: ο DSA στοχεύει ρητά τις μεγάλες πλατφόρμες – και αυτές τυχαίνει να είναι οι αμερικανικές. Προφανώς υπάρχουν καλοί λόγοι για να ρυθμίζονται οι μεγάλες εταιρείες διαφορετικά από τις μικρές. Όμως το γεγονός ότι ο DSA πλήττει κυρίως αμερικανικούς κολοσσούς δεν είναι τυχαίο. Το ίδιο και ο GDPR το 2016 αποτελούσε έκφραση της πρόθεσης να περιοριστούν οι αμερικανικές εταιρείες και να βοηθηθούν οι ευρωπαίοι ανταγωνιστές τους να κερδίσουν ένα μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα της οικονομίας των δεδομένων.
Η υπεράσπιση αυτών των νόμων σημαίνει πάντα και τη νομιμοποίηση των βασικών κινήτρων και του τρόπου λειτουργίας τους. Στις καπιταλιστικές κοινωνίες, το δίκαιο διαμορφώνεται πάντα από τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων δυνάμεων. Το ευρωπαϊκό δίκαιο για τα δεδομένα και τον ψηφιακό τομέα το δείχνει αυτό ιδιαίτερα καθαρά, επειδή η επεξεργασία δεδομένων και τα ψηφιακά επιχειρηματικά μοντέλα έχουν γίνει κεντρικοί οικονομικοί παράγοντες. Σε κανένα σημείο ο DSA, ο GDPR και οι λοιποί κανόνες δεν αμφισβητούν την ιδιωτική ιδιοκτησία των τεχνολογικών κολοσσών ή την κερδοσκοπική εμπορευματοποίηση των δεδομένων. Αντίθετα: οργανώνουν, στηρίζουν και δομούν την οικονομία των δεδομένων με την ελπίδα να διαμορφώσουν την αγορά προς το συμφέρον των ευρωπαϊκών κεφαλαιοκρατικών μερίδων.
Αυτοί οι νόμοι μετατοπίζουν ταυτόχρονα την οπτική γωνία για τον ρόλο των εταιρειών ως διαμορφωτών του ψηφιακού κόσμου. Ο DSA καθιστά τη Meta υπεύθυνη για την προστασία των ανηλίκων, ο GDPR μετατρέπει την Google σε θεματοφύλακα της προστασίας δεδομένων και ο TTPW-VO καλεί το X/Twitter και το Tiktok να μην παρεμβαίνουν στις κοινωνικές συζητήσεις και τη διαμόρφωση πολιτικής γνώμης. Οι νομικές προδιαγραφές μπορεί να περιορίζουν τα περιθώρια δράσης των εταιρειών, αλλά ταυτόχρονα τις επιβεβαιώνουν ως κυρίαρχους δρώντες.
«Πρέπει να τρέχεις σαν τρελός για να μείνεις στο ίδιο σημείο.»
— Clara Fraser, συνιδρύτρια του US Freedom Socialist Party, 1989, σχετικά με την απατηλή ασφάλεια των νομικών ρυθμίσεων.
Οι αριστερές δυνάμεις που αναφέρονται άκριτα στην επιβολή του νόμου επιβεβαιώνουν έτσι τον κυρίαρχο ρόλο των εταιρειών στον σύγχρονο καπιταλισμό. Κυρίως όμως, το δίκαιο ως σημείο αναφοράς είναι πάντα ένα μεταβαλλόμενο και αβέβαιο έδαφος. Η σημερινή ψηφιακή ρύθμιση αποτελεί πεδίο μάχης και η εφαρμογή της επηρεάζεται από πολιτικές παρεμβάσεις. Ο GDPR και ο DSA προέκυψαν κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, κατά τις οποίες οι κυρίαρχες μερίδες στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούσαν ότι η ευρωπαϊκή οικονομική ισχύς ήταν επαρκής για να επιβάλει διεθνή πρότυπα προς το δικό τους συμφέρον.
Απαιτούνται ριζοσπαστικές εναλλακτικές προτάσεις
Αυτή η προσδοκία έχει τουλάχιστον προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Στα τέλη του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδειξε ξεκάθαρα ότι η εκτίμηση της κατάστασης έχει αλλάξει. Η Επιτροπή παρουσίασε το λεγόμενο Digital Omnibus, ένα νομοθετικό πακέτο που στοχεύει στην προσαρμογή πλήθους νόμων, συμπεριλαμβανομένου του GDPR, της ρύθμισης για τη λεγόμενη «Τεχνητή Νοημοσύνη» (AI) και άλλων νόμων για τα δεδομένα. Ο δεδηλωμένος στόχος: η μείωση των περιορισμών για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Άλλοι νόμοι μπορεί να μην αποδυναμώνονται, αλλά περιορίζεται η εφαρμογή τους. Η Πράξη για τις Ψηφιακές Αγορές (Digital Markets Act, DMA), η οποία θεσπίστηκε παράλληλα με τον DSA, είχε ως στόχο τον περιορισμό της ισχύος των αμερικανικών εταιρειών στην αγορά.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία είναι αρμόδια για την εφαρμογή και σε αυτή την περίπτωση, ανακοίνωσε αρχικά για τον Μάρτιο ένα πρόστιμο-ρεκόρ κατά της Google. Σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές, ωστόσο, η Πρόεδρος της Επιτροπής Ursula von der Leyen παρενέβη την τελευταία στιγμή και απέτρεψε το πρόστιμο δισεκατομμυρίων. Το ειδησεογραφικό δίκτυο Politico, το οποίο ανήκει στον όμιλο Springer, είχε ως απόλυτα λογικό τίτλο: «Το "φαινόμενο των Βρυξελλών" είναι νεκρό».
Η Clara Fraser, συνιδρύτρια του US Freedom Socialist Party, είχε ήδη σχολιάσει το 1989 την απατηλή ασφάλεια των νομικών ρυθμίσεων: «Πρέπει να τρέχεις σαν τρελός για να μείνεις στο ίδιο σημείο. Και τις μισές φορές τρέχεις σαν τρελός και παρόλα αυτά πηγαίνεις προς τα πίσω, απλώς όχι τόσο γρήγορα. Επομένως, δεν εκπλήσσομαι ούτε απογοητεύομαι που οι μεταρρυθμίσεις απειλούνται, γιατί εξαρχής δεν γοητεύτηκα ποτέ από τη δύναμη των μεταρρυθμίσεων». Αυτά τα λόγια δεν έχουν χάσει καθόλου την επικαιρότητά τους. Για τις αριστερές δυνάμεις, η υπεράσπιση ενός συγκεκριμένου επιπέδου νομικής προστασίας σημαίνει ότι βαδίζουν σε πολύ λεπτό πάγο. Με αυτόν τον τρόπο υποβαθμίζονται σε μια πολιτική δύναμη που δύσκολα ξεχωρίζει από τις αστικές φωνές.
Ειδικά στον τομέα της ψηφιακής πολιτικής, η κοινωνική Αριστερά δεν έχει σχεδόν καθόλου δικό της, διακριτό προφίλ. Η αρνητική δημοσιότητα που δέχεται τακτικά η Big Tech είναι μια ευκαιρία να οξύνει αυτό το προφίλ και, πέρα από την υπεράσπιση των θεσμοθετημένων προτύπων προστασίας, να αναπτύξει και να προβάλει τις δικές της, μετασχηματιστικές θέσεις. Αντί να ζητάμε δίκαιο ανταγωνισμό, να αναθέτουμε ευθύνες στις εταιρείες και να τροφοδοτούμε τον μύθο των ευρωπαϊκών αξιών, χρειαζόμαστε ριζοσπαστικές εναλλακτικές προτάσεις: η κοινωνικοποίηση των πλατφορμών, οι δημόσιες ψηφιακές υποδομές και η αντίσταση στην καπιταλιστική τεχνολογία πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο της αριστερής ψηφιακής πολιτικής.
Ο Malte Engeler είναι νομικός και συνιδρυτής της «Strukturelle Integrität» (Δομική Ακεραιότητα), μιας συλλογικότητας ψηφιακής πολιτικής που εστιάζει στις κοινωνικές ανάγκες. Ερευνά και δημοσιεύει θέματα σχετικά με το δίκαιο των δεδομένων, τη μετακαπιταλιστική οικονομία δεδομένων και την αλληλέγγυα ψηφιακή πολιτική. Το βιβλίο του «Digitale Solidarität» (Ψηφιακή Αλληλεγγύη), το οποίο συνέγραψε με την Aline Blankertz, πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα.