28 Οκτ 2017

der Freitag, Hans Hütt: Με αφορμή την είσοδο των ακροδεξιών à la German- στο Γερμανικό Κοινοβούλιο ή «όταν η επιθυμία για νόημα ραγίσει, η σιωπή γίνεται εκκωφαντική»

Το να είσαι “Δεξιός” δεν είναι ασθένεια, αλλά ένας συγκεκριμένος τρόπος να ομιλείς.
Der FreitagHans Hütt | Ausgabe 40/2017.

Βιβλιο:«Μιλήστε με δεξιούς». Ένας οδηγός με κατευθυντήριες γραμμές

Per Leo , Maximilian Steinbeis, Daniel-Pascal Zorn, 1. Aufl. 2017, 183 Seiten, Klappenbroschur,ISBN: 978-3-608-96181-2 2017,Klett-Cota.

Απόδοση μετάφραση Dr. rer. pol. Νίκος Θεοδοσάκης

σε [ ]=παρατηρήσεις και επεξηγήσεις του  μεταφραστή και μόνο

Στο σημείο μηδέν όλα γυρίζουν γύρω από το να βρεις τις σωστές λέξεις, για ποιο λόγο αναβλήθηκε το [νέο] ξεκίνημα, ή γιατί ο στόχος χάνεται στο βάθος του [τούνελ] , και πώς να την κάνεις με ελαφρά πηδηματάκια χωρίς απώλεια του προσώπου σου. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2017 η Καγκελάριος [της Γερμανίας] θα μπορούσε επίσης να είχε πει, ότι με την φιλευσπλαχνία του Θεού [καθώς Χριστιανοδημοκράτισσα] κατάφερε μια μεγάλη ήττα.

Οι  προτάσεις του λόγου γίνονται τεράστιες. Το νόημα τεντώνεται τόσο πολύ, μέχρι που σπάει μπροστά στα μάτια του κοινού. Οι δρομείς γνωρίζουν -πέραν του στιγμιαίου πόνου-, αυτόν τον ήχο όταν έχουν ρήξη του τένοντα. Όταν η επιθυμία για νόημα ραγίσει, η σιωπή γίνεται εκκωφαντική. Σε αυτό το σημείο της απώλειας του νοήματος της πολιτικής γλώσσας, είμαστε σήμερα.Τώρα πλέον μπαίνει και μια παράταξη στο Κοινοβούλιο, η οποία οφείλει την επιτυχία της σε μια άνευ προηγουμένου ευφάνταστη τέχνη. Έχει πείσει επιτυχώς τους ψηφοφόρους της ότι είναι απογοητευμένοι. Πώς θα μπορούσε να συμβεί αυτό, τι ελαστικότητα και ευελιξία μπορεί να διακατέχει τη γλώσσα και το πολιτικό νόημα, για να μπορεί να υπάρξουν τέτοια απερίσκεπτα άτομα, τα οποία μετατρέπουν την ανοησία σε νόημα. Με αυτό ασχολείται το βιβλίο «Μιλήστε με δεξιούς. Ένας οδηγός.»

Στην ιδέα ενός τέτοιου οδηγού μας γνεύει η μνήμη για το μυθικό τέρας, τον Μινώταυρο και το λαβύρινθο του Δαίδαλου στον οποίο έζησε. Το νήμα της Αριάδνης βοήθησε τον εραστή της τον Θησέα να ανακαλύψει και πάλι την έξοδο από τον λαβύρινθο. Στο βιβλίο του οδηγού, γνεύει από μια προϊστορική θέση η μνήμη τη φρίκης του τέρατος. Ένας τέτοιος οδηγός βοηθά στο να αντισταθείς στη φρίκη και τελικά να περάσεις μέσα από αυτή, πράγμα που δεν σημαίνει τίποτα άλλο από το βγεις αλώβητος μέσα από ένα τέτοιο κίνδυνο: Ένα πείραμα. Περί αυτού πρόκειται πραγματικά σε αυτό το βιβλίο, το οποίο έγραψαν ο ιστορικός και ο μυθιστοριογράφος Per Leo, ο νομικός Maximilian Steinbeis και ο φιλόσοφος Daniel-Pascal Zorn. Τα ίδια τα κεφάλαια του βιβλίου είναι σαν ένας λαβύρινθος, οπότε και αρχίζει με έναν οδηγό για τον οδηγό. Εδώ είναι ένα απόσπασμα τους[μέρη του οποίου θα φροντίσω προσωπικά να εφαρμόσω σιγά σιγά στην καθημερινότητα μου]:

1. Διαχώρισε πρόσωπο και ομιλία.
2. Μην αφήνετε τον εαυτό σας να προκληθεί.
3. Μην εμπιστεύεστε τα ηθό-αντανακλαστικά σας.
4. Μην γίνεσαι προβλέψιμος.
5. Ο άλλος μπορεί να έχει δίκιο.
6. Το να έχεις δίκιο δεν είναι αρετή.
7. Βρείτε τη συντροφιά αυτών των ανθρώπων που σκέφτονται διαφορετικά από εσάς.
8. Αποφεύγετε τους ανθρώπους που χρειάζονται εχθρούς.
9. Πρόσεχε παρατηρώντας τον 'αντίπαλό' σου.
10. Ένα επιχείρημα χωρίς χαμόγελο δεν είναι καλό επιχείρημα.
11. Εάν δεν μπορείς να τραγουδήσεις λόγω του μίσους που νοιώθεις μείνε σιωπηλός.
12. Θυμηθείτε ότι οι ηλίθιοι είναι συχνά και καλοί χορευτές.

Η ειρωνεία πάνω στην οποία βασίζεται αυτή η χείρα βοήθειας [ας πούμε] είναι αρκετά λεπτοδουλεμένη: "1788 - Οδηγός για τον οδηγό.». Μήπως βρισκόμαστε πάλι στην παραμονή μιας μεγάλης επανάστασης? Σε ποιο ρόλο θα έπαιζε αυτή? Με το μέρος ποιανού? Με ποια όπλα? Τι θέλουμε να εμποδίσουμε [να αποφύγουμε], τι να προωθήσουμε?

Πρόκειται για την ανάκτηση του ορθού λόγου [ή απλά της λογικής], για τη συνετή χρήση της γλώσσας και την ετοιμότητα για ένα γλωσσικό παίγνιο που οδηγεί έξω από τον κύκλο της πρόκλησης και της οργής. Εδώ υπενθυμίζεται ένα συχνά υποτιμημένο γεγονός: Ο λαός είμαστε εμείς, ένα «pluraletantum» [ένας πληθυντικός, ένα πλήθος], αφαιρετικά σκεπτόμενοι [όμως] για τα πολλά άτομα, που τον δημιουργούν. "Είμαι ο Volker"[1] δεν ήταν ο υπερθετικός βαθμός το 1990 [σε ένα πανό έγραφε ένας Γερμανός πολίτης κατά την επανένωση των δυο γερμανικών κρατών], αλλά ο σοφός σχολιασμός ενός ατόμου σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία ο λαός ξαναθυμόταν τον εαυτό του ως ιστορικό μέγεθος πάλι.

Θα μπορούσε κανείς να διαβάσει το βιβλίο ως πολιτικοκοινωνική  απομυθοποίηση , ή ακόμα και σαν μια αυτοδύναμη προσπάθεια για να μια συνομιλία. Δεν είναι περίεργο ότι αρχίζει το βιβλίο με μερικές κουβεντούλες, οι οποίες μπορούν να διαβαστούν ως τη δική μας ξεχωριστή ιστορία καταγωγής. Αυτό μας πάει πίσω στο συγγραφέα Wolfgang Herrndorf[2] και μερικούς αρκετά έξυπνους δεξιούς, που την αριστερή λογοτεχνία (sorry!) την γνωρίζουν πολύ καλύτερα από ότι πολλοί αριστεροί, που ως εκ τούτου μπορούν να παίξουν μαζί του με διαφορετικό τρόπο  ένα πολιτικό παιχνίδι όπως σε ένα παιχνίδι της Monopoly που εκεί το ζητούμενο είναι το ισοζύγιο μεταξύ των καρτών με συμβάντα  και καρτών για την κοινότητα.

Τώρα, όμως, το τοπίο του παιχνιδιού στο οποίο προσκαλεί το βιβλίο δεν είναι η επίπεδη επιφάνεια ενός παιχνιδιού, αλλά η ίδια η κοινωνία στην οποία κινούμαστε λίγο η πολύ συνειδητά. Αλλά, αυτό είναι και το κυρίαρχο: Είναι η πρόσκληση για ένα παιχνίδι. Το βιβλίο βασίζεται στην φιλική ανθρωπολογία του Homo ludens, ο οποίος συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις που του επιτρέπει το παίγνιο[3]. Οι συγγραφείς αναφέρονται επίσης σε "αγαπητές χιονoνιφάδες" και "αγαπητά αγριογούρουνα". Εκεί αντανακλάται το ότι η ιδέα της"δεξιάς" δεν είναι κάτι ουσιαστικοποιημένο, αλλά ένας συγκεκριμένος τρόπος ομιλίας. Με μια τέτοια διορατικότητα ο δρόμος [της επικοινωνιακής αντιπαράθεσης] απελευθερώνεται για μια χαρούμενη απόλαυση μιας ανοιχτής διαμάχης. Οι συγγραφείς βρίσκουν για την πρόσκλησή τους έναν τόνο ομιλίας, ο οποίος προσφέρει ευχαρίστηση με μια ήπια δόση παρωδίας [και σαρκασμού]. Δεν είναι κακή η προϋπόθεση, να φτιαχτούμε με μια εύθυμη διορατικότητα που θα μας επιτρέψει να πούμε ότι ναι, έχουμε κάποιο πρόβλημα. Όποιος θέλει να λύσει ένα πρόβλημα, καλό είναι να μην κολλήσει πάνω στο πρόβλημα, αλλά να το κατανοήσει σαν αφετηρία για ένα γλωσσικό παίγνιο.
Ο χορός του θανάτου των πολιτικών debate

Ο δεξιός λόγος είναι πάντοτε πολεμικός, [και] η οποία μας θυμίζει, ότι ο Πόλεμος ήταν ένας δαίμονας, η θεϊκή ενσάρκωση του πολέμου. Σε αυτή τη λογική, ο δεξιός λόγος σκέφτεται τον αντίπαλό του ως μια εχθρική μορφή. Οι δεξιοί ενοχοποιούν τους αντιπάλους τους, ότι χειραγωγούν την κοινωνία. [Και ισχυρίζονται] όποιος τοποθετεί σαν βάση συμβίωσης σε μια κοινωνία την ισότητα, αρνείται τις διαφορές της φύσης, για να θέσει τον εαυτό του, στο όνομα του αδύναμου, στη θέση ενός ισχυρού.

Τοποθετούν [έτσι] τους εαυτούς τους ως θύματα αυτής της χειραγώγησης και εξοπλίζουν την ομιλία τους για αντεπίθεση. Θέτουν τους εαυτούς τους  σαν θύματα αυτής της χειραγώγησης και εξοπλίζουν την ομιλία τους για αντεπίθεση. Με αυτό σαν όπλο και με τη στάση ενός κηδεμόνα Darauf mit der Haltung eines Erziehungsberechtigten besorgt das Haupt zu schütteln,  διεξάγει μια “επιχείρηση”, η οποία σε μια μιμητική επανάληψη  του δεξιού λόγου προσπαθεί να βρει μάταια τρόπο να το θέσει εκτός ισχύος. Έτσι  λοιπόν με αυτό το τρόπο παίζει κάποιος το παιγνίδι τους.

Η διανοουμενίστικη χειραφέτηση των αριστερών ξεκίνησε όταν, μετά τον μεγάλο πόλεμο, άρχισε να σκέφτεται σε ένα σχήμα ‘φίλου-εχθρού’. Όμως τώρα πλέον που το πεδίο του παιχνιδιού φαίνεται να έχει αδειάσει για μια αναδίπλωση και επικέντρωση στη δύναμη της αιώνιας συζήτησης, οι συγγραφείς υποβάλλονται σε ένα ταξείδι στην καρδιά του λαοκοοντικού συμπλέγματο[4]  του αριστερού με τον δεξιό. Αυτό το κεντρικό κομμάτι του βιβλίου είναι εκπληκτικό. Μετατρέπει σε μια cinema scope οθόνη,  τον αναγνώστη σε ένα παραληρούντα από τύφο ασθενή κάτω από τον ουρανό της ερήμου. Προκειμένου να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε σοβαρά το παίγνιο της ομιλίας, δεν θα αποφύγουμε και εμείς το ταξείδι της περιπλάνησης μέσα από αυτή την κόλαση της αμοιβαίας αυτογνωσίας. Πρόκειται για ένα μεγάλο θέατρο, ίσως και ένα υλικό για μια ταινία που θα μπορούσε – εάν ζούσε- ο Christoph Schlingensief [5] να γύριζε από τον Όλυμπο, την επανεισαγωγή της καταστασιακής σκέψης στη φτωχή και ξεθωριασμένη αρένα του πολιτικού λόγου της εποχής μας.


[1] Εδώ αναφέρεται ο συντάξας σε ένα λογοπαίγνιο. Στη Γερμανική ο λαός ονομάζεται “das Volk”. Εάν υπήρχε υπερθετικός για το ουσιαστικό θα ονομαζόταν “Volker”. Όμως δεν υπάρχει σαν υπερθετικός βαθμός αλλά μόνο σαν όνομα, “Volker”. Στην επανένωση ένας Γερμανός υπήκοος είχε ένα πανό γραμμένο. «είμαστε ο Λαός, είμαστε ένας λαός, είμαστε ένα ηλίθιος λαός, Εγώ είμαι ο Volker”.
[2] Wolfgang Herrndorf ,Εικόνες της μεγάλης σου αγάπης. Wolfgang Herrndorf, Βερολίνο, γεια. Αυτοκτόνησε το 2013 λόγω γνώσης θανάσιμης ασθένειας.
[3] (.. Lat Ludens Homo, dt, ο άνθρωπος του τυχερού παιχνιδιού) Homo Ludens [hɔmoː Ludens] Είναι ένα επεξηγηματικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος αναπτύσσει τις ικανότητές του μέσω του παιγνιδιού: Ο άνθρωπος ανακαλύπτει τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα- ιδιότητες μέσα στο παιχνίδι και μέσα από τα βιώματα του παιγνιδιού γίνεται μια προσωπικότητα άξια με αυτό που παίζει. Αυτή η διαδικασία προϋποθέτει ελευθερία κινήσεων- δράσης. Προϋποθέτει τη ίδια δική του σκέψη. Το μοντέλο λέει: "Ο άνθρωπος χρειάζεται το παιχνίδι ως στοιχειώδη μορφή της εύρεσης του νοήματός του. Το παιγνίδι πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά: Play is free, is in fact freedom.  Play is not "ordinary" or "real" life. Play is distinct from "ordinary" life both as to locality and duration. Play creates order, is order. Play demands order absolute and supreme. J. HUIZINGA, Homo Ludens (1949 Edition); Routledge & Kegan Paul Ltd
[4]Το Σύμπλεγμα του Λαοκόοντος είναι γλυπτό, μνημειακό μαρμάρινο έργο, ρωμαϊκής εποχής, το οποίο βρίσκεται τώρα στα Μουσεία Βατικανού (Museo Pio-Clementino), στη Ρώμη. Ο αρχαίος Ρωμαίος συγγραφέας Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αποδίδει τη δημιουργία του αγάλματος σε τρεις Ρόδιους καλλιτέχνες, τους Αγήσανδρο τον Ρόδιο, Αθηνόδωρο και Πολύδωρο. Το γλυπτό παριστάνει τον Τρώα ιερέα Λαοκόοντα και τους γιούς του Αντιφάντη και Θυμβραίο να στραγγαλίζονται από φίδια.Ο μύθος του Λαοκόοντα έχει γίνει θέμα χαμένης τραγωδίας του Σοφοκλή. Αναφέρεται επίσης από άλλους Έλληνες συγγραφείς. Ο Λαοκόων θανατώθηκε, μετά την απόπειρά του να αποκαλύψει, με χτύπημα ακοντίου, το τέχνασμα του Δούρειου Ίππου. Τα φίδια που έπνιξαν αυτόν και τους γιούς του είχαν σταλεί από τη θεά Αθηνά και η επέμβασή τους ερμηνεύτηκε από τους Τρώες ως απόδειξη της ιερότητας του Δουρείου Ίππου
[5]Christoph Maria Schlingensief (24 October 1960, Oberhausen – 21 August 2010, Berlin[1][2]) was a German theatre director, performance artist and filmmaker. Starting as an independent underground filmmaker, Schlingensief later staged productions for theatres and festivals, often accompanied by public controversies.
Δημοσίευση σχολίου